


Το δίδυμο των PANSONIC στην Αγία Τράπεζα μπροστά, σε δημόσια θέα. Ετοιμάζουν τα ρυθμικά μέρη. Η νύχτα άγρια, αδούλωτη. Κάθε κομμάτι σε δημόσια θέα, σε δημόσια διαπόμπευση. Κοφτερά ηλεκτρονικά εργαλεία βρυχώνται τις μικρές νυχτερινές ώρες. Κάθε βρυχηθμός, μια εξέγερση, μια πολιορκία από το λόφο του παράλογου.
Τα φώτα από νέον σε συλλείτουργο με την εκφοβιστική, κεντρομόλα ηλεκτρονική διέγερση του διδύμου. Κοφτερές, αιματοβαμμένες ηχητικές φράσεις αφήνονται να ξεσπάσουν. Εκεί που στενεύουν τα περιθώρια.
Οι δρόμοι της μητρόπολης πλημμυρισμένοι από νέον. Άχρωμον, άοσμον αλλά νέον. Ημίτονα σιωπής, συνημίτονα ξεσπάσματος. Πρόσωπα τρεμάμενα στο ημίφως, οι σιλουέτες κινούνται να κρυφτούν πριν από το πρώτο φως. Έρχονται οι βόμβοι, οι μονότονοι ήχοι από ψηλά. Να πέσουν πάνω σε ανέκφραστα πρόσωπα. Να διασκελίσουν στενά υπόγεια, να υποκριθούν ότι γνωρίζουν αλήθειες , ματαιοδοξίες του συρμού. Οι ήχοι τους , η γλώσσα του αβέβαιου. Η ηχητική γλώσσα των PANSONIC πάνω και πέρα από εφιαλτικά αστικά τοπία.
Ο ρυθμικός παλμογράφος τους έχει τεθεί σε τροχιά. Καταγράφει εικόνες, συμπληρώνει κενά μνήμης, ελλοχεύει μέσα στο σώμα. Κινείται σε σπείρες, σε διαγώνιους, τρυπάει σαν ραδιοσυχνότητα τις περιφέρειες του εγκεφάλου. Οι μνήμες καταγράφονται απ’ αυτόν. Η λήθη με το φαιδρό της προσωπείο ως αντιμέτωπη με τις πολλές μνήμες. Στα εργαστήρια του παλμογράφου των PANSONIC το ίδιο απαράλλαχτο σκηνικό. Η τριβή ανάμεσα στη λήθη και τις μνήμες. Μονότονος ο ήχος του παλμογράφου, μονότονο το σύρσιμο του καιρού στο σώμα. Οι αντανακλάσεις των ήχων, καίρια διατυπωμένες εδώ και τόσο καιρό. Ο εκτροχιασμός τους, επίσης, αναμενόμενος. Θα σκορπίσει, θα χαθεί. Στην πολύβουη μοναξιά των μητροπόλεων, στα σπαράγματα ψυχής ανυπάκουης. Στα δεδομένα του τότε και του τώρα. Μακριά, πολύ μακριά. Στο επέκεινα. Στο τίποτα.
«Το μόνο που φοβάμαι είναι η βουή του ποταμού τη νύχτα»
Θόδωρος Αγγελόπουλος- «Το μετέωρο βήμα του πελαργού»
Κείμενο-φωτογραφίες
Γιώργος Κριθαρίδης